
Φίλιππος Παπαδημητρίου: Η Ηρωική Εκδίκηση των Αργαλειών!
Ο Φίλιππος Παπαδημητρίου είναι Φοιτητής Νομικής, Επαγγελματίας
Ελαιοπαραγωγός και Πρόεδρος της ΑΜΚΕ Το Χαμόγελο του Χωριού!
Ο ηρωικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που δεν πάει με το ρεύμα αλλά επιδιώκει την δημιουργία ως υπέρτατη αρετή, αδιαφορώντας για τις απόψεις και τις αντιλήψεις της κοινωνίας. Ο ηρωικός άνθρωπος είναι αυτός που λέει ναι στην ζωή όταν όλοι οι άλλοι λένε όχι, που αψηφά τις απατηλές ανέσεις, την ψευδαίσθηση της χαράς, προς την εξεύρεση της πραγματικής ευτυχίας και της δημιουργίας υψηλού πολιτισμού. Είναι αυτός που διακατέχεται από θέληση για ζωή περισσότερο από κάθε άλλον, που έχει οράματα και επιδιώκει την μοναδικότητα στο καθετί. Τους ηρωικούς ανθρώπους μνημονεύει η ιστορία, τους υπόλοιπους η θρησκεία.
Ηρωικοί υπήρξαν οι λιγοστοί αυτοί υφαντές που τις προηγούμενες δεκαετίες διατήρησαν την όμορφη κι αρχέγονη αυτή τέχνη ζωντανή μπροστά στην επικράτηση των βιομηχανοποιημένων υφαντών και ρούχων, στην απαξίωση της παράδοσης και των χειροτεχνικών επαγγελμάτων και στην βαρβαρότητα της αστυφιλίας. Οι πολλοί έκαψαν τα οικογενειακά υφαντά τους, λεηλάτησαν τους ξύλινους αργαλειούς και διέσυραν την τέχνη ως «χωριάτικη» και «παρωχημένη». Οι λίγοι όμως τους αψήφησαν κι έκαναν το δικό τους, δημιουργώντας έργα τέχνης με νήμα, αναπαράγοντας αρχέγονα σύμβολα που συμβολίζουν τον άνθρωπο, τον τόπο, έναν ολόκληρο πολιτισμό στην πιο δυνατή κι ουσιαστική έκφραση του. Όχι από πείσμα, από συντηρητισμό ή από ανορθολογισμό, αλλά επειδή ήταν πιο πονηρεμένοι κι ήξεραν πώς αργά ή γρήγορα ο κόσμος θα επέστρεφε στην παράδοση, όπως το παραστρατισμένο παιδί πάντοτε επιστρέφει στην θαλπωρή του σπιτιού του.
Κάθε χρόνο ωστόσο ολοένα και λιγόστευαν αφού το κράτος είχε αποφασίσει πώς δεν το ενδιέφερε η υφαντική, η χειροτεχνία, τα χωριά, η παράδοση. Το κράτος επιζητούσε τον «εξευρωπαϊσμό», πιστεύοντας πώς στην Ευρώπη δεν πρέπει να είχαν πρόβατα, νήματα, αργαλειούς, υφαντά και παράδοση. Τέτοια ήταν η σοφία του! Έτσι σταδιακά στις πόλεις, κι έπειτα στα περισσότερα χωριά, σταμάτησε η τέχνη του αργαλειού, ξεχάστηκε σαν να ήταν ένα μακρινό όνειρο. Λιγοστές υπήρξαν οι περιοχές και λιγοστοί οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν ηρωικά, μέχρι το τέλος, στην αλλοτρίωση και στον αισθητικό ευνουχισμό.
Μία μέρα όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου. Ο σύγχρονος άνθρωπος που είχε πιά δαμάσει την φύση και δημιουργήσει συνθήκες απόλυτης υλικής ευδαιμονίας τότε ξαφνικά ανακάλυψε πώς του έλειπαν εκείνα τα πράγματα που ήταν κάποτε δεδομένα στην εποχή των παππούδων και προπαππούδων του. Οι ατέλειες, η μοναδικότητα, η λεπτομέρεια, η αυθεντικότητα, η ανθρώπινη διάσταση. Οι άνθρωποι των πόλεων άρχισαν τότε να ταξιδεύουν στα χωριά και να επιζητούν τα εργόχειρα, τα υφαντά. Εκτίμησαν την υφή, την πολυπλοκότητα κι αφαιρετικότητα των σχεδίων, το μεράκι, την παράδοση, την ποιότητα κατασκευής, την ομορφιά και την μοναδικότητα προπάντων.
Όλα εκείνα που δεν έβρισκαν στις γκρίζες και μαζοποιημένες πολιτείες τους, και στα εξίσου αδιάφορα, τυποποιημένα και κακής κατασκευής προϊόντα των εργοστασίων. Κι έτσι άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο γνωστοί οι λίγοι εκείνοι φωτισμένοι ακρίτες της παράδοσης που είχαν κρατήσει τους αργαλειούς τους, που είχαν φροντίσει να διατηρήσουν την αέναη τέχνη των προγόνων τους. Ήρθαν τα πρώτα άρθρα, μετά τα αφιερώματα στα περιοδικά, οι τηλεοπτικές εκπομπές κι επιτέλους ένα λατρευτικό αφιέρωμα στην Vogue Greece στις 26 Ιανουαρίου 2026. Ίσως ν ‘αφαιρεί κάπως από τον ρομαντισμό η αναγνώριση αυτή από ένα περιοδικό τόσο συνυφασμένο με την αστική στάση ζωής, αλλά δεν είναι στην τελική τίποτε άλλο παρά ο θρίαμβος της αυτόχθονης παράδοσης έναντι της ξενόφερτης μόδας.
Στον Μοριά μία περιοχή κατάφερε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες να διατηρήσει αλώβητη την υφαντική τέχνη, όχι απλώς με μεμονωμένα εργαστήρια, αλλά με όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν μία τοπική υφαντική τέχνη, που δεν θα μπορούσε να υπάρξει πουθενά αλλού στον πλανήτη. Η περιοχή αυτή είναι ο Νότιος Πάρνωνας, κι ειδικότερα το Γεράκι Λακωνίας κι η Τσακωνιά. Αν και στον δημόσιο διάλογο οι δύο υποπεριοχές αντιμετωπίζονται ως διαφορετικές, στην πραγματικότητα είναι ενιαίες, τόσο γεωγραφικά όσο κι από πλευράς τεχνοτροπίας εφόσον χρησιμοποιούν τον -μικρασιατικής προέλευσης- όρθιο αργαλειό αντί για τον κλασσικό καθιστό. Γιατί διατηρήθηκε κυρίως εδώ η τέχνη; Αρχικά γιατί είναι μία άγρια κι απομακρυσμένη περιοχή, μακριά από την Αθήνα και τις επιδράσεις της, αλλά κι από μικρότερες πόλεις. Αλλά και επειδή προνοητικοί άνθρωποι φρόντισαν να δημιουργηθεί μόνιμη δομή υφαντικής στο Γεράκι, και να δίνονται μαθήματα στο Λεωνίδιο.
Ακόμη θεωρώ πώς είναι επειδή οι ντόπιοι βλέπουν την υφαντική ως μία πραγματική τέχνη που δεν έχει κάτι να ζηλέψει απ’ όσες διδάσκονται στις σχολές καλών τεχνών, κι όχι σαν μία χωριάτικη ασχολία όπως δυστυχώς συμβαίνει αλλιώς. Κι αυτή είναι η αλήθεια εξάλλου, η υφαντική είναι μία υψηλή τέχνη κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται απ’ όλους μας.
Είναι πασιφανές πώς η ανάπτυξη της υφαντικής τέχνης επιβάλλεται να υποστηριχθεί, καταρχήν στον Νότιο Πάρνωνα κι ύστερα σ ’όλη την Πελοπόννησο. Μόνο και μόνο η τεράστια ζήτηση που υπάρχει από τους τουρίστες για γνήσια, αυθεντικά, χειροποίητα του τόπου το αποδεικνύει. Κανένας τουρίστας με χρήματα και στοιχειώδη παιδεία δεν ενδιαφέρεται να πάει κάπου διακοπές και ν ’αγοράσει μπρελόκ σε σχήμα γεννητικών οργάνων, κιτς αρχαιοελληνικά αγάλματα από μαντέμι και κοσμήματα από χαλκό, όλα κατασκευασμένα στην Κίνα ή στο Βιετνάμ, όπως δυστυχώς έχω δει να πουλάνε στο Ναύπλιο. Αυτό που επιζητούν οι τουρίστες που θέλουμε είναι η έκφραση του τόπου και του πολιτισμού, δηλαδή χειροποίητα προϊόντα φτιαγμένα από γνήσιους τεχνίτες ακολουθώντας μία αυθεντική παράδοση που δεν υπάρχει κάπου αλλού. Δεν γίνεται να μιλάμε για ανάπτυξη του τουρισμού και κάθε τουριστική πόλη, κάθε τουριστικό χωριό, ακόμη και τα μη-τουριστικά χωριά, να μην διαθέτουν υφαντικά εργαστήρια και σχολές!
Όμως η υφαντική δίνει την ευκαιρία για να δημιουργηθεί κάτι πολύ μεγαλύτερο, πολύ πιο φιλόδοξο. Μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη μίας πραγματικής Ελληνικής βιομηχανίας πολυτελών ειδών. Η Γαλλία κι η Ιταλία είναι δύο χώρες όπου οι επιχειρήσεις πολυτελών ειδών συνεισφέρουν κάθε χρόνο στην οικονομία δεκάδες αν όχι εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κλάδους τους. Εταιρείες όπως η Gucci, η Louis Vuitton, η Prada, η Chanel κι η Hermes δεν είναι απλώς βαριά ονόματα της μόδας, αλλά επιχειρήσεις πραγματικά ανυπολόγιστης αξίας, που πολλές φορές ξεπερνούν αντίστοιχα σημαντικές επιχειρήσεις σε βιομηχανικούς κλάδους όπως τα αυτοκίνητα και τα χημικά, που ξεκίνησαν από ως μικρές επιχειρήσεις χειροτεχνίας. Γιατί κάποια μέρα να μην φορούν οι κυρίες κι οι κύριοι της καλής κοινωνίας των Παρισίων, της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ και του Τόκυο ρούχα κατασκευασμένα στον αργαλειό από το Γεράκι και την Τσακωνιά;
Γιατί να μην κοσμούν τα κιλίμια μας τα ωραιότερα σπίτια του κόσμου; Όλα αυτά είναι εφικτά. Οι υφαντές αγωνίστηκαν ηρωικά για να διαφυλάξουν την τέχνη τους, και τώρα ήρθε η ώρα που η ίδια η ιστορία αναγνωρίζει το δίκαιο του αγώνα τους και τους ανταμείβει με την αναγνώριση που πάντα έπρεπε να είχαν. Οφείλουν όμως η τοπική αυτοδιοίκηση και το κράτος να κάνουν τα πάντα, και πρέπει να επιμείνω εδώ στον όρο τούτο, ώστε η υφαντική τέχνη -με τις διάφορες εκφάνσεις της, είτε πρόκειται για τον κλάδο της διακόσμησης είτε της ένδυσης/μόδας- να μην αρκείται πλέον απλά στην επιβίωση και στην διατήρηση του παρελθόντος, αλλά να επεκταθεί ραγδαία με το βλέμμα προς το μέλλον ώστε να εξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που θα φέρει πλούτο στις τοπικές κοινωνίες, αναγνώριση του πολιτισμού μας στο εξωτερικό και περηφάνια στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Αυτό πρέπει όμως να γίνει με σεβασμό προς την αυθεντικότητα, να απορρέει από μία στάση αρχοντικής ανωτερότητας, κι όχι πλουτισμού και ξενομανίας. Το όραμα για μία μοναδική, ισχυρή, αυτοδύναμη, πλούσια και περήφανη Πελοπόννησο περνάει (κι) από την υφαντική!
Φίλιππος Παπαδημητρίου




































